Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζορπαλλίκκιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βιαιότητα, καταπίεση, αυταρχικότητα 2. ο στασιασμός, το αντάρτικο.

Ετυμολογία:

ζορπάς + κατάληξη -ίκκιν < ζορμπάς < τουρκική zorba