Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κάγκαρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο ψηλόλιγνος με άχαρη περπατησιά.

Συνώνυμα:

Καγκάρα (η)