Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καϊμακκάμης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο αντικαταστάτης επισκόπου ή ηγεμόνα. 2. αυτός που τοποθετεί κάποιος κάπου, για να επιτηρεί, να εποπτεύει και να του αναφέρει τι γίνεται.