Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καϊμακλίτικος, -η, -ον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο καϊμακίδικος, ο καφές με με πολύ αφρό, καϊμάκι (για τον ελληνικό καφέ).