Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κακκαρίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. κάνω κο κο, βγάζω φωνή όπως την κότα. 2. γελώ με κοφτό ηχηρό γέλιο σαν κακάρισμα κότας, μειωτικά.