Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καλαερφός, -ή »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το πνευματικό αδέρφι, δηλ. η σχέση ανάμεσα στο βαφτιστήρι και στο παιδί του αναδόχου.