Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζυμαρένος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. αυτός που φτιάχτηκε από ζυμάρι. 2. μτφ. α) ο μαλακός. β) ο ευαίσθητος.