Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζωνάριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ζουνάριν (1. το ουράνιο τόξο 2. το βρακοζώνι. 3. η ζώνη για τα παντελόνια).

Συνώνυμα:

Καμάρα (η), Ζώστρα (η)