Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θεόπελλος, -η, -ον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αρκόπελλος (ο θεοπάλαβος, ο θεόμουρλος).

Συνώνυμα:

Αρκόπελλος, Βρωμόπελλος, Γαουρόπελλος, Κατάπελλος, Ολόπελλος, Σ̌σ̌υλλόπελλος, -η, -ον