Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιαβαίννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. δκιαβαίννω (1. διαβαίνω. 2. διέρχομαι. 3. μτφ. βολεύομαι, συμβιβάζομαι).