Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιάζωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. δκιάζωμαν (1. η περίφραξη χωραφιού, περίζωμα. 2. το σταυρωτό ή διαγώνιο στερέωμα).