Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιακλύζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. δκιακλύζω (1. ξεβγάζω. 2. διαχέω. 3. διανέμω. 4. στραγγίζω).

Συνώνυμα:

Δκιακλώ, Θκιακλώ