Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιαλοούμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. δκιαλοϊζουμαι (1. διαλογίζομαι, στοχάζομαι. 2. αναρωτιέμαι).

Συνώνυμα:

Δκιαλοούμαι, Θκιαλοούμαι