Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Θκιασ̌σ̌ελλώννω »
Ρήμα
Σημασία:
βλ. δκιασ̌σ̌ελλώ [1. δρασκελώ. 2. κάνω ένα μεγάλο βήμα (δρασκελιά) με τα πόδια μου όσο γίνεται πιο ανοιχτά 3. πηδώ και περνώ πάνω από ένα εμπόδιο ή κενό].
Συνώνυμα:
Δκιασ̌σ̌ελλώννω, Θκιασ̌σ̌ελλώ, Τρασκελλώ, Τρασ̌σ̌ελίζω, Τρασ̌σ̌ελλώ