Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θκιετίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. δκιετίζω (1. μπαίνω στο 2ο έτος της ηλικίας μου. 2. είμαι δύο ετών).