Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Θρεφτόν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. θρεφτάριν (ζ1. το ζώο που το παχαίνεις για σφαγή. 2. μτφ. παχουρλό άτομο μικρής ηλικίας).