Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ίλλε »

Επίρρημα

Σημασία:

σώνει και καλά, υποχρεωτικά

Ετυμολογία:

τουρκ. illa <αραβ. illa

Συνώνυμα:

έλλε

Ειδικές φράσεις:

Ίλλε τζ̌αι καλά να έρτει με το ζόριν