Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ίσ̌ιωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ισ̌ιοτόπιν (ο κάμπος, η πεδιάδα).

Συνώνυμα:

Σ̌ιοτόπιν (το)