Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καγκαλάκκης, -ισσα, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο άγαρμπος. 2. ο άτσαλος. 3. ο απεριποίητος και μεγαλόσωμος. 4. ο ψηλός.

Συνώνυμα:

Ταγκαλάκκης, Τανταλάκκης, -ισσα, -ικον