Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ζγουρτεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ζβουρτεύκω (χοντραίνω).

Συνώνυμα:

Ζουρτεύκω, Σβουρτεύκω, Σγουρτεύκω