Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καππατζ̌ιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. καππακώννω [1. σκεπάζω. 2. βάζω καπάκι (πώμα). 3. μτφ. ξεπερνώ τους άλλους].