Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καππάτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το καπάκι. 2. ακριβώς όπως ταιριάζει, αρμόζει σε κάποιον, φτιαγμένο για κάποιον. 3. μτφ. ο πιο καλός.