Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καρακιόζης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το κεντρικό πρόσωπο του θεάτρου σκιών. 2. αυτός που κάνει τους άλλους να γελούν. 3. είδος λουλουδιού. 4. μτφ. ο αστείος άνθρωπος, ο ευτράπελος.