Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καρτζ̌ιλάτισμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το αντίκρισμα (να βλέπει κάποιος κάτι, συνήθως απέναντι).

Συνώνυμα:

Καρτσ̌ιλάτισμαν (το)