Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καρυώννω »

Ρήμα

Σημασία:

μόλις αρχίσει να εξογκώνεται ο μαστός, σαν καρύδι (συνήθως στο τρίτο ενικό=καρυώννει).