Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κάρφας (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο ψυχογιός. 2. το κοπέλι, ο μαθητευόμενος. 3. μτφ. ο καταδότης.