Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κασ̌ιασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. αυτός που διψάει πολύ. 2. ο απόξερος. 3. το παραγινωμένο δημητριακό.