Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καταλάβω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. καταλαββαιννίσκω (1. αντιλαμβάνομαι. 2. έχω γνώση).

Ειδικές φράσεις:

Εν καταλάβει είντα που γινίσκεται δαμαί Απού εκατάλαβεν, εκατάλαβεν