Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καλαποδκιάζουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

1. μπαίνω σε καλούπι, σε καλαπόδι. 2.μτφ. είμαι σε δυσμενή κατάσταση.