Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καλλύττερον (το) »

Επίθετο

Σημασία:

1. βλ. κάλλιον (καλύτερο). 2. βλ. κάλλιος (ο καλύτερος).

Συνώνυμα:

Καλλιόττερος, -η, -ον