Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καλοναρκώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. καλαναρκώ (1. ψάλλω. 2. υπαγορεύω οδηγίες. 3. διαβάζω πολύ σιγά και επαναλαμβάνει ο άλλος δυνατά. 4. μτφ. δεν έχω προσωπική άποψη).