Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καμάρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η αψίδα. 2. βλ. ζουνάριν (1. το ουράνιο τόξο 2. το βρακοζώνι. 3. η ζώνη για τα παντελόνια).

Συνώνυμα:

Ζώστρα (η), ζωνάριν (το)