Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καμαρόφρυος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. καμαρόβρυος (1. ο άνθρωπος με καμαρωτά φρύδια. 2. μτφ. ο άνθρωπος με ωραία φρύδια).