Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καμαρώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. νιώθω ικανοποίηση για κάτι που έχω ή που είμαι και την εκδηλώνω με διάφορους τρόπους. 2. παίρνω ύφος.