Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καματερός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. αλουσίβα (το σταχτόνερο). 2. ο άνεμος που έρχεται από την Ανατολή. 3. ο μεταξοσκώληκας.

Συνώνυμα:

Καματερή (η), Καματερόν (το)