Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καμμυτός (o) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το παιχνίδι κρυφτό. 2. βλ. καμμυτός (αυτός που έχει τα μάτια του κλειστά).