Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κανατζ̌εμμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

ο κανακεμένος, το παιδί που το έχουν αναθρέψει με υπερβολική τρυφερότητα και υποχωρητικότητα.