Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κάντζ̌ελλον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καντζ̌έλλιν (1. το κάγκελο. 2. ο μεταλλικός φράχτης).