Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καντρίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καγκρίν (το μυροδοχείο, ειδικό δοχείο για τη φύλαξη του μύρου).

Συνώνυμα:

Μερρέχα, Πολλέττα (η)