Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καουρώντα καουρώντα »

Επίρρημα

Σημασία:

βλ. καουρίν καουρίν (1. αθόρυβο και κρυφό βάδισμα. 2. το περπάτημα του κάβουρα)..

Συνώνυμα:

Κάουρον κάουρον, Κάρου κάρου