Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κατσαρωμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. το δέντρο που είναι όλο ξερόκλαδα. 2. μτφ. ο φριζαρισμένος, ο κατσαρωτός.