Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κλωρκός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βλωρκός (το αποδημητικό, ωδικό πουλί συκοφάγος).

Συνώνυμα:

Γλωρκός, Φλωρκός (ο)