Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κολάτζ̌ον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κολάτζ̌εμμαν (η καλομεταχείριση, το να πιάνεις κάποιο με το καλό.).