Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καυλώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. καυλομαχώ (1. διεγείρομαι σεξουαλικά. 2. μτφ. επιθυμώ πολύ).