Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κάψιμον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το σημάδι από έγκαυμα. 2. το τσούξιμο που προκαλείται από την επαφή με καυστική ουσία ή από τη φωτιάη 3. η καταστροφή με φωτιά 4. μτφ. η καούρα.