Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κιουλσαπά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. αυτή που έχει ρόδινα μάγουλα. 2. η γοητευτική. 3. η καλοσυνάτη.