Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κκαππακλίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καππακλίν [σκεύος για μεταφορά φαγητού (από μέταλλο και στη συνέχεια από οποιοδήποτε υλικό)].