Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κκεραττάς (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

μτφ. α) ο κερατάς, ο σύζυγος που έχει απατηθεί. β) ο κατεργάρης. γ) χαϊδευτική προσφώνηση.