Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κκιαρεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. κερδαίνω (κερδίζω).

Συνώνυμα:

Κερταίνω, Κερτίζω, Κερτώ