Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κκιττάπιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. δεφτέριν (1. το τεφτέρι. 2. το σημειωματάριο. 3. το τετράδιο).

Συνώνυμα:

Κιττάπιν, Κκεττάπιν (το)